PURA. Purism In Antiquity: Theories Of Language in Greek Atticist Lexica and their Legacy

Lexicographic entries

Lemmas

κάθησο, κάθου, κάθησαι, κάθῃ
(Antiatt. κ 1, Antiatt. κ 2, Moer. κ 49, [Hdn.] Philet. 90, Orus fr. A 55.19, Orus fr. A 57.1‒9)

καθίζω, καθέζομαι, καθιζάνω
(forthcoming)

κάκη, κακία
(Moer. κ 29, Philemo [Vindob.] 395.9)

καλλιγραφέω, καλλιγράφος
(Phryn. Ecl. 92, Phryn. PS 82.13, [Hdn.] Philet. 190, Su. ε 3201)

καμμύω
(Antiatt. κ 54, Phryn. Ecl. 316)

κατακορής, διακορής
(Phryn. PS 83.3)

καταριστάω
(Phryn. PS 83.2)

καταστωμύλλομαι
(Phryn. PS 78.25–6)

κεκραγμός, κραυγασμός, κράζω, κραυγάζω
(Phryn. Ecl. 314, Antiatt. κ 8, Antiatt. κ 9, Antiatt. κ 42, Moer. κ 37, Thom.Mag. 196.7–8)

κεραννύουσιν, κιρνᾶσιν
(forthcoming)

κνισοκόλαξ
(Phryn. PS 81.6)

κόβαλος
(Antiatt. κ 7)

κόλλοψ, κόλλαβος
(Phryn. Ecl. 164, Antiatt. κ 36, Thom.Mag. 202.3–4)

κολόκυνθα, κολοκύντη
(Phryn. Ecl. 405, Philemo [Vindob.] 395.6)

κόριον, κορίδιον, κορίσκη, κοράσιον
(forthcoming)

κοχλιάριον, λίστριον
(Phryn. Ecl. 292, Phryn. PS 88.4–7, Poll. 6.89, Poll. 10.98)

κράστις, γράστις
(Moer. κ 14, Antiatt. γ 13)

κρεμάθρα, κρεμάστρα
(Moer. κ 67, [Hdn.] Philet. 158, Phryn. PS 19.8–11)

κρεμῶ, κρεμάσω, ὀμοῦμαι, ὀμόσω
(Antiatt. κ 38, Moer. ο 8, [Hdn.] Philet. 54, Thom.Mag. 254.18)

κροτέω, κροταλίζω
(Phryn. PS 68.13, Antiatt. κ 41)

κρύβω, κρύπτω
(Phryn. Ecl. 290)

κυναγός, κυνηγός, κυνηγέτης
(Phryn. Ecl. 401)

κυνίδιον, κυνάριον
(Phryn. Ecl. 151, Antiatt. κ 87, Phryn. PS 84.22)